Πότε πρέπει να αφαιρούνται οι κύστες από τον καρπό;

 Τα χέρια είναι το μοναδικό σημείο του σώματος τα οποία καταπονούνται περισσότερο λόγω... υπερβολικής χρήσης. Επομένως η εμφάνιση ενοχλημάτων σε αυτά είναι πάρα πολύ συνηθισμένη.
Μια από τις πιο γνωστές είναι και το γάγγλιο του καρπού, που εμφανίζεται συχνότερα σε ασθενείς που πολυχρησιμοποιούν ή μικροτραυματίζουν επανειλημμένα τα χέρια τους.
 
Τι είναι το γάγγλιο του καρπού; Τι προκαλούν στους πάσχοντες; Πότε πρέπει να αφαιρούνται; Απαντήσεις σε αυτά και σε άλλα ερωτήματα στο επιστημονικό άρθρο που ακολουθεί.
 
Του Ορθοπαιδικού Χειρουργού Στυλιανού Ξειδάκη
 
Το ανθρώπινο χέρι έχει χαρακτηριστεί ως ένα πολυτάλαντο εργαλείο λόγω των πολλών και διαφορετικών κινήσεων και λεπτών διεργασιών που μπορεί να επιτελέσει. Η διαρκής καθημερινή χρήση του χεριού, όπως είναι φυσικό, το καθιστά συγχρόνως πολύ ευαίσθητο σε διάφορες παθήσεις.
 
Μία από αυτές είναι και το γάγγλιο του καρπού που  είναι γνωστό από την εποχή του Ιπποκράτη, ο οποίος το ονόμαζε και ‘’μυξοειδή σάρκα’’.
 
 
Τα γάγγλια γενικώς εμφανίζονται είτε στη ράχη του καρπού είτε στην παλάμη και μερικές φορές στη βάση ή στην άκρη των δαχτύλων. Πρόκειται για μια κυστική διόγκωση που αποτελείται από μία σκληρή μεμβράνη και περιέχει ζελατηνώδες υγρό.
 
Το γάγγλιο προέρχεται από προβολές του ορογόνου υμένα της άρθρωσης ή από ινώδη εκφύλιση του συνδέσμου του καρπού ή του ινώδους ελύτρου των τενόντων και περιέχει παχύρευστο ελυτρικό ή αρθρικό υγρό. Έχει παρατηρηθεί ότι εμφανίζεται συχνότερα σε ασθενείς που πολυχρησιμοποιούν ή μικροτραυματίζουν επανειλημμένα τα χέρια τους.
 
 
Τα γάγγλια της περιοχής του καρπού προκαλούν περισσότερο αισθητικό πρόβλημα και πόνο μόνο όταν αναφύονται. Πολλοί ασθενείς, παρά τη διαβεβαίωση ότι πρόκειται για καλοήθεις όζους, τρομοκρατούνται φοβούμενοι για κάποια κακοήθεια.
 
Η διάγνωση του γαγγλίου βασίζεται κυρίως στην τοποθεσία της κύστης και στην μορφολογία της. Μερικές φορές προτείνεται να γίνουν απλές ακτινογραφίες ή υπερηχογράφημα για να βεβαιωθεί η φύση των γαγγλίων.
 
 Τα μικρά σε μέγεθος γάγγλια παραμένουν υπό παρακολούθηση για αλλαγές στο μέγεθος τους. Αν όμως τα γάγγλια είναι επώδυνα και περιορίζουν τη δραστηριότητα ή προκαλούν σοβαρή δυσμορφία,  τότε απαιτείται θεραπεία.
 
Παλαιότερες μορφές θεραπείας όπως θραύση του γαγγλίου με ένα αντικείμενο, τοποθέτηση νομίσματος επί του γαγγλίου και εφαρμογή συμπιεστικού ελαστικού επιδέσμου, ακόμη και η παρακέντηση με τοπική αναισθησία εμφανίζουν μεγάλα ποσοστά υποτροπής από 50 έως 80% και πλέον δεν συνίσταται.
 
 
Η λύση με τα μικρότερα ποσοστά υποτροπής είναι η χειρουργική αφαίρεση με ριζική εξαίρεση του γαγγλίου υπό τοπική αναισθησία. Στόχος είναι, όχι μόνο να αφαιρεθεί το γάγγλιο αλλά και η σύνδεση του με την άρθρωση από την οποία προέρχεται ώστε να βεβαιωθούμε ότι δεν θα υπάρξει υποτροπή.
 
Παρότι η χειρουργική αφαίρεση προσφέρει τα μικρότερα ποσοστά υποτροπής (5-10%) υπάρχει πάντα μικρή πιθανότητα του γαγγλίου να επανεμφανιστεί.
 
Η διάγνωση επιτυγχάνεται με την κλινική εξέταση, την ακτινογραφία ή τη μαγνητική τομογραφία ώστε να αποκλεισθεί η πιθανότητα άλλου προβλήματος της περιοχής. Το οστεόφυτο λόγω έλξης (άκανθα πτέρνας) κάνει συχνά την εμφάνιση του χωρίς να είναι παθογνωμικό σημείο της νόσου, αφού πολλοί ασθενείς μπορεί να έχουν άκανθα πτέρνας χωρίς να παρουσιάζουν συμπτωματολογία πόνου.
 
 
 Η θεραπεία έγκειται σε συντηρητικές μεθόδους οι οποίες περιλαμβάνουν διατάσεις του αχίλλειου τένοντα, πέλματα πτέρνας, νυχτερινούς νάρθηκες, περιπατητικούς κηδεμόνες, χορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων και τοπικές εγχύσεις κορτικοστεροειδών.
 
Οι ασκήσεις διατάσεως πελματιαίας απονεύρωσης έχουν αποδειχθεί πολύ αποτελεσματικές μειώνοντας τον πόνο και επιτρέποντας μεγαλύτερη δραστηριότητα με αποτέλεσμα τη βελτίωση της κατάσταση του ασθενούς.
 
Επιμέρους, η μείωση της καταπόνησης του πέλματος (ορθοστασία, τρέξιμο) για κάποιο χρονικό διάστημα, η απώλεια βάρους αφού συνεπάγεται μείωση της φόρτισης του πέλματος, αλλά και η συμβολή ειδικού ορθοπαιδικού σε περίπτωση ανατομικής παραλλαγής του άκρου ποδιού (υψηλή ποδική καμάρα, πλατυποδία) θα οδηγήσει στην  αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της νόσου.
 
Στις συντηρητικές μεθόδους ανήκει και η φυσιοθεραπευτική αγωγή όπου με τη βοήθεια ρευμάτων, υπερήχων, laser, shockwave therapy και τεχνικών μάλαξης επιτυγχάνεται η μείωση της τάσης της απονεύρωσης και η ύφεση της φλεγμονής.
 
Οι παραπάνω μέθοδοι, με περίπου τρεις μήνες μέγιστη διάρκεια εφαρμογής, οδηγούν την πλειονότητα των ασθενών στην αποθεραπεία.
 
Στις περιπτώσεις εκείνες όπου δεν υπάρχει βελτίωση και τα συμπτώματα παραμένουν, εφαρμογή βρίσκει η χειρουργική θεραπεία κατά την οποία διενεργείται περιορισμένη απελευθέρωση της πελματιαίας απονεύρωσης από το οστό της πτέρνας με σκοπό την χαλάρωση και την επούλωση των μικροτραυμάτων της.

 

 

Στυλιανός Ξειδάκης MD, MSc
Ορθοπαιδικός Χειρουργός

http://www.iatropedia.gr/articles/read/7426

Go to top